Το ψυχολογικό δράμα αντλεί τη δραματική του ύλη από πτυχές της ανθρώπινης εμπειρίας που δεν εκδηλώνονται άμεσα, καθορίζουν όμως τη συμπεριφορά και τις σχέσεις των προσώπων. Θεμέλιό του είναι η αντίληψη της ανθρώπινης ταυτότητας ως ρευστού πλέγματος επιθυμιών, φόβων, αναμνήσεων και προσδοκιών. Η πλοκή οργανώνεται γύρω από τη σταδιακή αποκάλυψη των κινήτρων και των εσωτερικών αντιφάσεων των χαρακτήρων, ενώ η σύγκρουση εγγράφεται κυρίως στη συνείδηση των ηρώων και των ηρωίδων. Πρώιμες καταβολές εντοπίζονται ήδη στη Φαίδρα [Phèdre, 1677] του Jean Racine [Ζαν Ρασίν], όπου το πάθος αναλύεται ως εσωτερική δοκιμασία.
Το είδος διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της ρεαλιστικής και νατουραλιστικής δραματουργίας κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Ο Henrik Ibsen [Ερρίκος Ίψεν] μετέτρεψε τη σκηνή σε πεδίο αποκάλυψης του παρελθόντος· στους Βρικόλακες [Gengangere, 1881] ένα οικογενειακό μυστικό λειτουργεί ως δραματικός μηχανισμός ισοδύναμος με την εξωτερική σύγκρουση. Ο August Strindberg [Αύγουστος Στρίντμπεργκ], στον πρόλογο της Δεσποινίδος Ζυλί [Fröken Julie, 1888], περιέγραψε τα πρόσωπά του ως ασταθή και αντιφατικά, συρραμμένα από ετερόκλητα κομμάτια, όπως η ίδια η ανθρώπινη ψυχή, απορρίπτοντας την έννοια του σταθερού χαρακτήρα. Ο Άντον Τσέχωφ [Anton Chekhov] ανέπτυξε τη δραματουργική λειτουργία του κάτω κειμένου [subtext]: τα πρόσωπα σπανίως εκφράζουν ευθέως όσα αισθάνονται και η ένταση αναδύεται από τις σιωπές και τις παύσεις. Ο Peter Szondi [Πέτερ Σόντι] συνέδεσε αυτή τη στροφή προς την εσωτερικότητα με την «κρίση του δράματος», καθώς ο διάλογος έπαυε να επαρκεί για την έκφραση της υποκειμενικής εμπειρίας.
Τον 20ό αιώνα, η ψυχανάλυση του Sigmund Freud [Ζίγκμουντ Φρόυντ] προσέφερε στο είδος νέα ερμηνευτικά σχήματα για το ασυνείδητο, την επιθυμία και το τραύμα. Στην υποκριτική, το σύστημα του Κωνσταντίν Στανισλάφσκι [Konstantin Stanislavski] και η αμερικανική του εκδοχή, η Μέθοδος [Method] του Lee Strasberg [Λη Στράσμπεργκ] στο Actors Studio, εδραίωσαν το ψυχολογικό παίξιμο ως ενδεδειγμένο ερμηνευτικό τρόπο. Ο Eugene O'Neill [Ευγένιος Ο'Νηλ] ανέδειξε την οικογένεια σε πεδίο συσσωρευμένων ενοχών και εξαρτήσεων στο Μακρύ ταξίδι μιας μέρας μέσα στη νύχτα [Long Day's Journey into Night, 1956]. Ο Tennessee Williams [Τεννεσσή Ουίλλιαμς], στον Γυάλινο κόσμο [The Glass Menagerie, 1944], διαμόρφωσε ένα θέατρο αναπόλησης, όπου η δράση διηθείται μέσα από τη μνήμη του αφηγητή. Ο Arthur Miller [Άρθουρ Μίλλερ] συνέδεσε στον Θάνατο του εμποράκου [Death of a Salesman, 1949] την ψυχική κατάρρευση του ατόμου με τις αξίες της αμερικανικής κοινωνίας.
Η ψυχολογική εστίαση διαπότισε και άλλες παραστατικές τέχνες. Στην όπερα, οι «λυρικές σκηνές» του Ευγένιου Ονέγκιν [Yevgeny Onegin, 1879] του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι [Pyotr Ilyich Tchaikovsky] μετατόπισαν το βάρος από το θέαμα στην εσωτερική ζωή των προσώπων, με αποκορύφωμα τη σκηνή της επιστολής της Τατιάνας. Ο Βότσεκ [Wozzeck, 1925] του Alban Berg [Άλμπαν Μπεργκ] μετέτρεψε τη μουσική γραφή σε μέσο έκφρασης ακραίων ψυχικών καταστάσεων. Ο Peter Grimes [Πήτερ Γκράιμς, 1945] του Benjamin Britten [Μπέντζαμιν Μπρίττεν] εστίασε στη σύγκρουση του απομονωμένου ατόμου με την κοινότητα. Στον χορό, ο Antony Tudor [Άντονυ Τιούντορ] καθιέρωσε το λεγόμενο ψυχολογικό μπαλέτο με τον Κήπο με τις πασχαλιές [Jardin aux lilas, 1936]. Εκεί οι χειρονομίες των προσώπων φανερώνουν όσα η κοινωνική ευπρέπεια επιβάλλει να μένουν ανείπωτα. Αργότερα, ο John Neumeier [Τζων Νόυμαϊερ] μετέφερε στον έντεχνο χορό το Λεωφορείον ο Πόθος [Endstation Sehnsucht, 1983] με το Μπαλέτο της Στουτγκάρδης, εστιάζοντας στην ψυχική αποσύνθεση της Μπλανς Ντυμπουά. Στον κινηματογράφο, ο Ingmar Bergman [Ίνγκμαρ Μπέργκμαν] μετέφερε τις αρχές του είδους σε ταινίες όπως η Περσόνα [Persona, 1966].
Στη νεοελληνική δραματουργία, το ψυχολογικό δράμα εμφανίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, επηρεασμένος από τον Ίψεν, ανέδειξε στη Στέλλα Βιολάντη (1909) την ψυχογραφία της ηρωίδας σε βασικό δραματουργικό άξονα, ενώ ο Παύλος Νιρβάνας επιχείρησε στον Αρχιτέκτονα Μάρθα (1907) μια σπουδή της γυναικείας νευρικότητας. Μεταπολεμικά, η Λούλα Αναγνωστάκη, με την τριλογία Η πόλη (1965), διερεύνησε την αποξένωση και τον εγκλωβισμό των προσώπων μέσα από λιτό και υπαινικτικό λόγο. Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης [Iakovos Kambanellis], στο έργο Ο δρόμος περνά από μέσα (1990), αποτύπωσε την εσωτερική φθορά μιας οικογένειας, που τη στοιχειώνει το παρελθόν και την απειλεί η νέα κοινωνική πραγματικότητα. Στον 21ο αιώνα, το είδος παραμένει ενεργό, άλλοτε διατηρώντας τις συμβάσεις της δραματικής αφήγησης και άλλοτε ενσωματώνοντας στοιχεία του μεταδραματικού θεάτρου.